Με αφορμή έναν στίχο που σχολιάστηκε έντονα τις τελευταίες μέρες, ξύπνησαν ξανά ερωτήματα γύρω από το τι θεωρείται «φυσιολογικό» και ποιοι άνθρωποι έχουν θέση και αποδοχή σε αυτή την κοινωνία.
Υπάρχει ένα βάρος που πολλοί άνθρωποι κουβαλούν, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν στην πλήρη του έκταση. Είναι το βάρος του να νιώθεις ότι δεν βλέπουν εσένα πραγματικά. Όχι γιατί λείπει κάτι από εσένα, αλλά γιατί αυτό που είσαι δεν «ταιριάζει» με αυτό που θεωρείται «κανονικό», οικείο ή αποδεκτό.
Μπορεί να είναι το σώμα σου, η ψυχική σου κατάσταση, ο τρόπος που αγαπάς, το φύλο σου, το χρώμα σου, η οικονομική σου θέση ή απλώς το γεγονός ότι δε σου μοιάζουν όσοι αποφασίζουν για σένα.
Αυτό το αόρατο, χρόνιο στρες διαβρώνει την καθημερινότητα. Σε κάνει να αναρωτιέσαι αν αξίζεις, να προσπαθείς διαρκώς να αποδείξεις πως δεν είσαι «λίγ@ς». Μπορεί να οδηγήσει σε άγχος, θλίψη, απομόνωση. Κι όμως, δεν είσαι εσύ το πρόβλημα.
Όταν ένα περιβάλλον είναι σκληρό ή άδικο, είναι αναμενόμενο να σε πληγώνει. Η πληγή δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Είναι απόδειξη ότι αντέχεις σε κάτι που δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να αντέξεις.
Το πρώτο βήμα είναι να το αναγνωρίσεις. Να δεις καθαρά ότι ο πόνος σου δεν είναι ατομική αποτυχία, αλλά μια φυσική αντίδραση σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που συχνά αποτυγχάνει να φροντίσει τους πιο ευάλωτους. Και σ’ αυτό, δεν είσαι μόν@ς.

